Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coastal
01
παραλιακός, παράκτιος
related to or situated along the coast, the area where land meets the sea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Coastal erosion is a natural process that reshapes shorelines over time.
Η παράκτια διάβρωση είναι μια φυσική διαδικασία που αναδιαμορφώνει τις ακτογραμμές με το πέρασμα του χρόνου.
Λεξικό Δέντρο
coastal
coast



























