Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Madagascan
01
Μαδαγασκαρέζος, Μαδαγασκαρέζα
a person from Madagascar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Madagascans
Παραδείγματα
The Madagascan spoke about the island's rich culture.
Ο Μαλαγάσης μίλησε για τον πλούσιο πολιτισμό του νησιού.
madagascan
01
μαδαγασκαρικός, αφορά τη Μαδαγασκάρη
relating to Madagascar, its people, culture, language, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The Madagascan economy relies heavily on agriculture.
Η οικονομία της Μαδαγασκάρης βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη γεωργία.



























