coal
coal
kəʊl
kewl
comalcoralcoaxalcopal

Ορισμός και σημασία του "coal"στα αγγλικά

01

άνθρακας, λιθάνθρακας

a type of fossil fuel, which is black and found in the ground, typically used as a source of energy 
coal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coals
Παραδείγματα
Coal has been a crucial source of energy for centuries, playing a significant role in powering industries and generating electricity worldwide. 

Ο άνθρακας ήταν μια κρίσιμη πηγή ενέργειας για αιώνες, παίζοντας σημαντικό ρόλο στην τροφοδοσία βιομηχανιών και στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας παγκοσμίως.

1.1

κάρβουνο, ανθρακιά

a hot fragment of wood or coal that is left from a fire and is glowing or smoldering 
to coal
01

φορτώνω κάρβουνο, εφοδιάζω με κάρβουνο

take in coal 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coal
γ΄ ενικό πρόσωπο
coals
ενεστώτα μετοχή
coaling
απλός αόριστος
coaled
παθητική μετοχή
coaled
02

προμηθεύω με κάρβουνο, φορτώνω κάρβουνο

supply with coal 
03

ανθρακώνω, μετατρέπω σε κάρβουνο

burn to charcoal 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store