Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coagulum
01
θρόμβος, κοαγούλιο
a lump of material formed from the content of a liquid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
coagula
LanGeek



























