Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Agama
01
αγάμα, σαύρα αγάμα
a type of lizar known for its colorful appearance, and distinct behaviors, belonging to the family Agamidae
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
agamas
LanGeek



























