Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coworker
01
συνάδελφος, συμπαραστάτης
someone who works with someone else, having the same job
Παραδείγματα
My coworker received a promotion after years of hard work.
Ο συνάδελφός μου έλαβε προαγωγή μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς.
Λεξικό Δέντρο
coworker
worker
work



























