Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clue in
01
ενημερώνω, πληροφορώ
to provide someone with information and make them aware of something
Transitive: to clue in sb on a situation or event | to clue in sb about a situation or event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
clue
ενεστώτας
clue in
γ΄ ενικό πρόσωπο
clues in
ενεστώτα μετοχή
cluing in
απλός αόριστος
clued in
παθητική μετοχή
clued in
Παραδείγματα
The manager clued in the team about the unexpected changes to the project timeline.
Ο διαχειριστής ενημέρωσε την ομάδα για τις απροσδόκητες αλλαγές στο χρονοδιάγραμμα του έργου.



























