Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clubbing
01
βραδινή έξοδος σε κλαμπ
the act or activity of frequently hanging out in nightclubs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
They spent the whole weekend clubbing at the new nightclub in town.
Πέρασαν ολόκληρο το σαββατοκύριακο κάνωντας πάρτι στο νέο νυχτερινό κλαμπ της πόλης.
02
ψαθυρώνυχα, δάκτυλα τύμπανου
a condition in which the ends of toes and fingers become wide and thick; a symptom of heart or lung disease
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
clubbing
club



























