Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cloy
01
κουράζω, αηδιάζω
to cause someone lose interest through excessive use of something initially pleasing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cloy
γ΄ ενικό πρόσωπο
cloys
ενεστώτα μετοχή
cloying
απλός αόριστος
cloyed
παθητική μετοχή
cloyed
02
χορταίνω υπερβολικά, ταΐζω σε αφθονία
supply or feed to surfeit
Λεξικό Δέντρο
cloying
cloy



























