clover
clo
ˈkloʊ
κλου
ver
vɜr
βερρ
/klˈə‍ʊvɐ/

Ορισμός και σημασία του "clover"στα αγγλικά

01

τριφύλλι, συνηθισμένο τριφύλλι

a small wild plant of the pea family usually with three round leaves, often pink, purple, or white
clover definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clovers
Παραδείγματα
Cows grazed on fresh clover in the meadow.
Οι αγελάδες βόσκησαν στο φρέσκο τριφύλλι στο λιβάδι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store