Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clot
01
θρόμβος, πήγμα
a thick, solid mass that forms within a liquid when parts of it stick together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clots
Παραδείγματα
The doctor found a clot blocking the patient's artery.
Ο γιατρός βρήκε ένα θρόμβο που μπλοκάρει την αρτηρία του ασθενούς.
to clot
01
πήζω, συμπυκνώνω
to turn from a liquid into a thick or solid mass, often by particles sticking together
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clot
γ΄ ενικό πρόσωπο
clots
ενεστώτα μετοχή
clotting
απλός αόριστος
clotted
παθητική μετοχή
clotted
Παραδείγματα
The blood began to clot around the injury.
Το αίμα άρχισε να πήζει γύρω από τον τραυματισμό.
02
πήζω, πήγνυμαι
to thicken or coagulate into lumps, especially in dairy products
Παραδείγματα
The milk clotted after being left out overnight.
Το γάλα πήξε αφού άφησαν έξω όλη τη νύχτα.
03
πήζω, συμπυκνώνω
to cause a liquid to thicken or solidify
Παραδείγματα
The doctor applied a substance to clot the bleeding wound.
Ο γιατρός εφάρμοσε μια ουσία για να πήξει το αιμορραγικό τραύμα.
04
πήζω, συμπυκνώνομαι
to come together in a mass, often forming a thick or obstructive group
Παραδείγματα
Fatty deposits clotted in the artery, restricting blood flow.
Οι λιπώδεις εναποθέσεις πήζουν στην αρτηρία, περιορίζοντας τη ροή του αίματος.



























