closing time
clo
ˈkləʊ
κλεου
sing
zɪng
ζινγκ
time
taɪm
ταιμ

Ορισμός και σημασία του "closing time"στα αγγλικά

01

ώρα κλεισίματος, κλείσιμο

the regular time of day when an establishment closes to the public 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
closing times

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store