aftermath
af
ˈɑ:f
aaf
ter
math
ˌmɑ:θ
maath

Ορισμός και σημασία του "aftermath"στα αγγλικά

01

οι συνέπειες, η μεταπολεμική περίοδος

the situation that follows a very unpleasant event such as a war, natural disaster, accident, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The aftermath of the earthquake left the city in ruins and thousands of people homeless. 

Οι συνέπειες του σεισμού άφησαν την πόλη σε ερείπια και χιλιάδες ανθρώπους άστεγους.

02

οι συνέπειες, η περίοδος μετά

the period following an event, especially one that has a significant impact or causes considerable change 
Παραδείγματα
In the aftermath of the war, the country faced a long road to recovery and rebuilding. 

Στις συνέπειες του πολέμου, η χώρα αντιμετώπισε έναν μακρύ δρόμο προς την ανάκαμψη και την ανοικοδόμηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store