clodhopper
Pronunciation
/klˈɑːdhɑːpɚ/

Ορισμός και σημασία του "clodhopper"στα αγγλικά

01

βαρύ παπούτσι, μεγάλη μπότα

a large heavy shoe or boot
clodhopper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clodhoppers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store