Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cloche
01
καμπάνα (ένα καπέλο σε σχήμα καμπάνας για γυναίκες που εφαρμόζει σφιχτά)
a bell-shaped hat for women that fits tightly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
cloches
θηλυκό ενικό
cloche
neutral form
hat
02
καμπάνα
a low transparent cover put over young plants to protect them from cold
LanGeek



























