Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clipboard
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clipboards
Παραδείγματα
The nurse carried a clipboard with patient charts as she made her rounds in the hospital.
Η νοσοκόμα κρατούσε ένα πινάκι με τα γραφήματα των ασθενών καθώς έκανε τις γύρεις της στο νοσοκομείο.
02
πρόχειρο, clipboard
(computing) a temporary storage area for data that has been copied or cut
Παραδείγματα
She copied the text to the clipboard for easy pasting.
Αντιγράφει το κείμενο στο πρόχειρο για εύκολη επικόλληση.
Λεξικό Δέντρο
clipboard
clip
board



























