climbing
climb
ˈklaɪm
κλαιμ
ing
ɪng
ινγκ
clinkingclingingclippingclubbing

Ορισμός και σημασία του "climbing"στα αγγλικά

01

αναρρίχηση

the activity or sport of going upwards toward the top of a mountain or rock 
climbing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
climbings
Παραδείγματα
Climbing requires both strength and technique. 

Η αναρρίχηση απαιτεί και δύναμη και τεχνική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

climbing
climb
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store