clerical
cle
ˈklɛ
kle
ri
ri
cal
kəl
kēl
clinical

Ορισμός και σημασία του "clerical"στα αγγλικά

01

γραφείου, διοικητικός

of or relating to clerks 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

κληρικός, εκκλησιαστικός

of or relating to the clergy 
03

γραφείου, διοικητικός

appropriate for or engaged in office work 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store