Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cleric
01
κληρικός, εκκλησιαστικός
a member of the clergy or a religious leader, often in charge of religious duties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clerics
Παραδείγματα
The young man aspired to become a cleric in his community.
Ο νεαρός φιλοδοξούσε να γίνει κληρικός στην κοινότητά του.
Λεξικό Δέντρο
clerical
cleric



























