cleric
cle
ˈklɛ
kle
ric
rɪk
rik
ceric

Ορισμός και σημασία του "cleric"στα αγγλικά

01

κληρικός, εκκλησιαστικός

a member of the clergy or a religious leader, often in charge of religious duties 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
clerics
Παραδείγματα
The cleric led the congregation in prayer. 

Ο κληρικός οδήγησε τη συγκέντρωση στην προσευχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

clerical
cleric
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store