clearing
clea
ˈklɪ
κλι
ring
rɪng
ρινγκ
/ˈklɪərɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "clearing"στα αγγλικά

01

ξεκάθαρο, αποψίλωση

a treeless area in a forest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clearings
Παραδείγματα
Local residents use the clearing for community gatherings and picnics during the summer.
Οι ντόπιοι χρησιμοποιούν το ξέφωτο για κοινωνικές συγκεντρώσεις και πικνίκ το καλοκαίρι.
02

αθώωση, αποκατάσταση

the act of absolving someone from suspicion or accusation
Παραδείγματα
The public celebrated the clearing of the innocent official.
Το κοινό γιόρτασε την αθώωση του αθώου υπαλλήλου.
03

εκκαθάριση, καθίζηση

the process of removing solid particles from a liquid to make it clear
Παραδείγματα
The technician monitored the clearing of impurities from the liquid.
Ο τεχνικός παρακολούθησε την αποσαφήνιση των ακαθαρσιών από το υγρό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store