Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clean up
01
καθαρίζω, τακτοποιώ
to make oneself neat or clean
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
clean
ενεστώτας
clean up
γ΄ ενικό πρόσωπο
cleans up
ενεστώτα μετοχή
cleaning up
απλός αόριστος
cleaned up
παθητική μετοχή
cleaned up
Παραδείγματα
The custodian worked diligently to clean up the spilled coffee in the office breakroom.
Ο επιστάτης εργάστηκε επιμελώς για να καθαρίσει το χυμένο καφέ στο δωμάτιο διαλείμματος του γραφείου.
02
καθαρίζω, τακτοποιώ
to put things or places in order, often by tidying
Παραδείγματα
After the party, we spent the morning cleaning up the house and putting away the decorations.
Μετά το πάρτι, περάσαμε το πρωί καθαρίζοντας το σπίτι και βάζοντας τα διακοσμητικά μακριά.
03
καθαρίζω, απομακρύνω
to get rid of something, typically in a proper and organized manner
Παραδείγματα
It's important to clean up hazardous waste and dispose of it safely to protect the environment.
Είναι σημαντικό να καθαρίζουμε τα επικίνδυνα απόβλητα και να τα διαθέτουμε με ασφάλεια για να προστατεύσουμε το περιβάλλον.
04
αποκομίζουν σημαντικά οικονομικά κέρδη, κάνουν μεγάλο κέρδος
to generate substantial financial gains, often exceeding expectations or previous performance
Παραδείγματα
The savvy investor managed to clean up in the stock market by selling at the right time.
Ο έξυπνος επενδυτής κατάφερε να βγάλει μεγάλα κέρδη στο χρηματιστήριο πουλώντας την κατάλληλη στιγμή.



























