Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
claustrophobic
01
κλαυστροφοβικός, που πάσχει από κλαυστροφοβία
suffering from claustrophobia; abnormally afraid of closed-in places
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most claustrophobic
συγκριτικός βαθμός
more claustrophobic
διαβαθμίσιμο
02
κλαυστροφοβικός
causing a feeling of discomfort, anxiety, or fear due to being in confined places
Παραδείγματα
The underground cave, with its tight passages and low ceilings, was a claustrophobic environment for some explorers.
Το υπόγειο σπήλαιο, με τα στενά περάσματα και τους χαμηλούς οροφούς, ήταν ένα κλαυστροφοβικό περιβάλλον για μερικούς εξερευνητές.
Λεξικό Δέντρο
claustrophobic
claustrophobe



























