Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
claustrophobic
01
κλαυστροφοβικός, που πάσχει από κλαυστροφοβία
suffering from claustrophobia; abnormally afraid of closed-in places
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most claustrophobic
συγκριτικός βαθμός
more claustrophobic
διαβαθμίσιμο
02
κλαυστροφοβικός
causing a feeling of discomfort, anxiety, or fear due to being in confined places
Παραδείγματα
The prison cell, with its limited space and lack of natural light, exacerbated the claustrophobic conditions for inmates.
Το κελί της φυλακής, με τον περιορισμένο χώρο και την έλλειψη φυσικού φωτός, επιδείνωσε τις κλαυστροφοβικές συνθήκες για τους κρατούμενους.
Λεξικό Δέντρο
claustrophobic
claustrophobe



























