classmate
Pronunciation
/ˈklæsˌmeɪt/

Ορισμός και σημασία του "classmate"στα αγγλικά

01

συμμαθητής, συμφοιτητής

someone who is or was in the same class as you at school or college
classmate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
classmates
Παραδείγματα
The teacher encouraged collaboration among classmates to foster a supportive learning community.
Ο δάσκαλος ενθάρρυνε τη συνεργασία μεταξύ συμμαθητών για να προωθήσει μια υποστηρικτική κοινότητα μάθησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store