class act
class
klɑ:s
κλασ
act
ækt
αικτ

Ορισμός και σημασία του "class act"στα αγγλικά

01

πρώτης τάξεως, εξαιρετικός

a person or thing of impressive or high quality 
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
class acts
Παραδείγματα
Despite facing criticism, the athlete remained composed and sportsmanlike, handling the situation like a true class act. 

Ακόμα και μετά την ήττα, συνεχάρη τους πάντες· είναι πραγματικά πρώτης τάξεως.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store