Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clarion
01
κλαρίον, σαφές τρομπέτα
a medieval brass instrument known for its clear, shrill, and piercing tone, often used in ceremonies or military signals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clarions
Παραδείγματα
The musician played the clarion to announce the king's arrival.
Ο μουσικός έπαιξε το κλαρίνο για να ανακοινώσει την άφιξη του βασιλιά.
to clarion
01
ανακοινώνω, ανακηρύσσω με δυνατή και καθαρή φωνή
to announce or call out loudly and clearly, as if on a clarion a small, clear-sounding trumpet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clarion
γ΄ ενικό πρόσωπο
clarions
ενεστώτα μετοχή
clarioning
απλός αόριστος
clarioned
παθητική μετοχή
clarioned
Παραδείγματα
The herald clarioned the king's decree to the gathered crowd.
Ο κήρυκας clarion το διάταγμα του βασιλιά στο συγκεντρωμένο πλήθος.
02
παίζω τρομπέτα, ανακοινώνω δυνατά
to sound a clarion
Παραδείγματα
The herald clarioned the start of the tournament.
Ο κήρυκας έσυρε την σάλπιγγα για να ανακοινώσει την έναρξη του τουρνουά.
clarion
01
σαφής και ηχηρός, ηχηρός
loud and clear in tone, message, or intent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most clarion
συγκριτικός βαθμός
more clarion
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She issued a clarion call for justice that stirred the crowd.
Εκδίδει μια σαφή έκκληση για δικαιοσύνη που συγκίνησε το πλήθος.



























