clapping
cla
ˈklæ
κλαι
pping
pɪng
πινγκ
/klˈæpɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "clapping"στα αγγλικά

01

χειροκρότημα, επιδοκιμασία

a demonstration of approval by clapping the hands together
clapping definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clappings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store