Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clapping
01
χειροκρότημα, επιδοκιμασία
a demonstration of approval by clapping the hands together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clappings
Λεξικό Δέντρο
clapping
clap



























