Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clang
01
ηχώ, βροντώ
to produce a loud sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clang
γ΄ ενικό πρόσωπο
clangs
ενεστώτα μετοχή
clanging
απλός αόριστος
clanged
παθητική μετοχή
clanged
Παραδείγματα
The old bell clangs loudly every hour, echoing through the village.
Το παλιό καμπανάρι κουδουνίζει δυνατά κάθε ώρα, αντηχώντας στο χωριό.
Clang
01
ο κρότος, ο κλαγγός
a sharp sound made by metal objects hitting each other or a hard surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clangs
Παραδείγματα
The clang of the church bells echoed through the village.
Ο κρότος των καμπανών της εκκλησίας αντηχούσε στο χωριό.
Λεξικό Δέντρο
clanger
clanging
clangor
clang



























