Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clang
01
ηχώ, βροντώ
to produce a loud sound
Παραδείγματα
The workmen clanged their tools as they repaired the railway tracks.
Οι εργάτες κρόταλισαν τα εργαλεία τους καθώς επισκεύαζαν τις σιδηροδρομικές γραμμές.
Clang
01
ο κρότος, ο κλαγγός
a sharp sound made by metal objects hitting each other or a hard surface
Παραδείγματα
He woke up to the clang of the garbage truck emptying the bins outside.
Ξύπνησε με τον κρότο του φορτηγού σκουπιδιών που άδειαζε τους κάδους έξω.
Λεξικό Δέντρο
clanger
clanging
clangor
clang



























