Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clandestine
01
μυστικός, κρυφός
carried out secretly or with concealment to avoid detection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most clandestine
συγκριτικός βαθμός
more clandestine
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
secrecy, activity, behavior
Παραδείγματα
The clandestine meeting took place in the dimly lit alley, away from prying eyes and ears.
Η μυστική συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο σκοτεινό σοκάκι, μακριά από αδιάκριτα μάτια και αυτιά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
clandestinely
clandestine



























