Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clamor
01
θόρυβος, κραυγή
a loud, harsh, and often unpleasant noise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clamors
Παραδείγματα
The clamor of the factory machines made it hard to think.
Ο θόρυβος των μηχανημάτων του εργοστασίου καθιστούσε δύσκολο το σκέφτεσθαι.
02
θόρυβος, διαμαρτυρία
a loud and continuous protest, demand, or outcry from a group of people
Παραδείγματα
The clamor for justice grew louder after the verdict.
Ο θόρυβος για δικαιοσύνη έγινε πιο δυνατός μετά την ετυμηγορία.
to clamor
01
απαιτώ δυνατά, διαμαρτύρομαι θορυβωδώς
to loudly complain about something or demand something
Intransitive: to clamor | to clamor for sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clamor
γ΄ ενικό πρόσωπο
clamors
ενεστώτα μετοχή
clamoring
απλός αόριστος
clamored
παθητική μετοχή
clamored
Παραδείγματα
As the concert ended, the fans began to clamor for one more song.
Καθώς το συναυλία τελείωσε, οι οπαδοί άρχισαν να ζητούν δυνατά ένα ακόμη τραγούδι.
02
απαιτώ με επιμονή και δυνατά, πιέζω θορυβωδώς
to pressure or urge someone into action through loud, persistent demands
Transitive: to clamor sb | to clamor sb for sth
Ditransitive: to clamor sb to do sth
Παραδείγματα
The crowd clamored the mayor to address their concerns.
Το πλήθος ζήτησε δυνατά από τον δήμαρχο να αντιμετωπίσει τις ανησυχίες τους.
Λεξικό Δέντρο
clamorous
clamor
clam



























