Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
civilly
01
ευγενικά, πολιτισμένα
in a courteous or polite way, showing regard for the rules of social behavior
Παραδείγματα
The neighbors managed to coexist civilly even after their property dispute.
Οι γείτονες κατάφεραν να συνυπάρχουν πολιτισμένα ακόμα και μετά τη διαφωνία τους για την ιδιοκτησία.
02
αστικά, σε αστικά θέματα
in relation to civil law, rights, or non-criminal matters
Παραδείγματα
They pursued justice civilly after the criminal case was dismissed.
Κυνηγούσαν τη δικαιοσύνη αστικά αφού η ποινική υπόθεση απορρίφθηκε.
Λεξικό Δέντρο
uncivilly
civilly
civil



























