civic
ci
ˈsɪ
si
vic
vɪk
vik

Ορισμός και σημασία του "civic"στα αγγλικά

01

πολιτικός, δημοτικός

officially relating to or connected with a city or town 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Civic leaders met to discuss plans for improving public infrastructure in the city. 

Οι πολιτειακοί ηγέτες συναντήθηκαν για να συζητήσουν σχέδια βελτίωσης της δημόσιας υποδομής της πόλης.

02

πολιτικός, δημοτικός

relating to the activities or duties of individuals concerning their town, city, or local area 
Παραδείγματα
Civic engagement involves actively participating in community activities or political affairs to promote social justice and change. 

Η πολιτική συμμετοχή περιλαμβάνει την ενεργή συμμετοχή σε κοινωνικές δραστηριότητες ή πολιτικά θέματα για την προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αλλαγής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store