citrine
cit
ˈsɪt
sit
rine
raɪn
rain
latrinevaccinecanteencolleen

Ορισμός και σημασία του "citrine"στα αγγλικά

01

κιτρινίτης, κιτρινίτης χαλαζίας

a yellow to brownish quartz that is used as a gemstone 
citrine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
citrines
01

κιτρινόχρωμος, κίτρινο-πορτοκαλί

of a yellowish-orange gemstone color that is often associated with the color of the gemstone citrine 
citrine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most citrine
συγκριτικός βαθμός
more citrine
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The morning sky took on a citrine glow as the sun began to rise. 

Ο πρωινός ουρανός πήρε μια κιτρινοπράσινη λάμψη καθώς ο ήλιος άρχιζε να ανατέλλει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store