citizenship
ci
ˈsɪ
si
ti
ti
zen
zən
zēn
ship
ʃɪp
ship

Ορισμός και σημασία του "citizenship"στα αγγλικά

01

υπηκοότητα, πολιτογραφία

the legal status of being a member of a certain country 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Citizenship is the legal status that grants individuals certain rights and responsibilities within a country. 

Η υπηκοότητα είναι το νομικό καθεστώς που παρέχει στα άτομα ορισμένα δικαιώματα και ευθύνες σε μια χώρα.

02

πολιτισμός, υπηκοότητα

the quality or practice of acting responsibly and ethically as a member of a society 
Παραδείγματα
Volunteering at the local shelter is an example of good citizenship. 

Η εθελοντική εργασία στο τοπικό καταφύγιο είναι ένα παράδειγμα καλής υπηκοότητας.

Λεξικό Δέντρο

citizenship
citizen
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store