circumspect
cir
ˈsɜr
σερρ
cums
ˌkəms
καμσ
pect
pɛkt
πεκτ
/sˈɜːkəmspˌɛkt/

Ορισμός και σημασία του "circumspect"στα αγγλικά

circumspect
01

προσεκτικός, συνετός

very cautious before doing something to avoid potential problems or consequences
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most circumspect
συγκριτικός βαθμός
more circumspect
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Parents must be circumspect about revealing private family matters online due to possible unforeseen impacts.
Οι γονείς πρέπει να είναι προσεκτικοί όσον αφορά την αποκάλυψη ιδιωτικών οικογενειακών θεμάτων στο διαδίκτυο λόγω πιθανών απρόβλεπτων επιπτώσεων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store