Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
circumspect
01
προσεκτικός, συνετός
very cautious before doing something to avoid potential problems or consequences
Παραδείγματα
Parents must be circumspect about revealing private family matters online due to possible unforeseen impacts.
Οι γονείς πρέπει να είναι προσεκτικοί όσον αφορά την αποκάλυψη ιδιωτικών οικογενειακών θεμάτων στο διαδίκτυο λόγω πιθανών απρόβλεπτων επιπτώσεων.
Λεξικό Δέντρο
circumspectly
circumspect



























