ciliated
ci
ˈsɪ
si
lia
ˌlieɪ
liei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "ciliated"στα αγγλικά

01

βλεφαριδοφόρος, εξοπλισμένος με βλεφαρίδες

having fine, hairlike projections called cilia along a margin or surface 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ciliated
συγκριτικός βαθμός
more ciliated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ciliated cells in the respiratory tract help sweep out mucus and debris. 

Τα βλεφαριδωτά κύτταρα στο αναπνευστικό σύστημα βοηθούν στο σκούπισμα του βλέννας και των απορριμμάτων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store