cilantro
ci
σι
lant
ˈlænt
λαιντ
ro
roʊ
ρου
/sɪlˈɑːntɹə‍ʊ/

Ορισμός και σημασία του "cilantro"στα αγγλικά

01

κολίαντρο, κινέζικο μαϊντανό

a leafy herb that has a strong and slightly sour taste
cilantro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Some people dislike the taste of cilantro.
Μερικοί άνθρωποι δεν τους αρέσει η γεύση του κόλιανδρου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store