cilantro
ci
si
lant
ˈlænt
lānt
ro
rəʊ
rew

Ορισμός και σημασία του "cilantro"στα αγγλικά

01

κολίαντρο, κινέζικο μαϊντανό

a leafy herb that has a strong and slightly sour taste 
cilantro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She added fresh cilantro to the salad. 

Πρόσθεσε φρέσκο κόλιαντρο στη σαλάτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store