Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Christmas carol
01
Χριστουγεννιάτικο τραγούδι, Χριστουγεννιάτικος ύμνος
a religious song that is sung at Christmas or during Christmas holiday season
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Christmas carols
Παραδείγματα
The children sang a Christmas carol at the school concert.
Τα παιδιά τραγούδησαν ένα κάλαντα στο σχολικό συναυλία.



























