Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chorus
01
ρεφρέν, επανάληψη
a section of a song or poem that follows each verse
Παραδείγματα
The chorus of the song features a catchy melody that repeats throughout the track.
Το ρεφρέν του τραγουδιού διαθέτει μια ελκυστική μελωδία που επαναλαμβάνεται σε όλη την πίστα.
02
χορωδία, κορυφαίο τμήμα
a group of people assembled to sing together, typically in a musical or theatrical production
Παραδείγματα
She joined the local chorus to share her love of singing.
Προσχώρησε στον τοπικό χορό για να μοιραστεί την αγάπη της για το τραγούδι.
03
χορωδία, σύνολο
a group of dancers and singers who perform in a musical show, typically providing supporting or background roles and enhancing the main performance
Παραδείγματα
The chorus added a vibrant energy to the musical number with their synchronized dance moves.
Η χορωδία πρόσθεσε μια ζωντανή ενέργεια στο μουσικό νούμερο με τις συγχρονισμένες χορευτικές κινήσεις τους.
04
χορωδία, χορευτικό συγκρότημα
any sound or utterance produced at the same time by a group of people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
choruses
Παραδείγματα
any sound or utterance produced at the same time by a group of people
Χορωδία αναφέρεται σε οποιονδήποτε ήχο ή εκφορά που παράγεται ταυτόχρονα από μια ομάδα ανθρώπων.
05
χορός, κορυφαίος
a company of actors in classical Greek drama who comment on the action by speaking or singing in unison
Παραδείγματα
The Greek chorus explained the moral of the story.
Η ελληνική χορωδία εξήγησε το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας.
to chorus
01
τραγουδώ σε χορωδία, ψέλνω σε χορωδία
to sing together as part of a choir or chorus group
Παραδείγματα
The choir chorused beautifully during the concert.
Η χορωδία τραγούδησε όμορφα κατά τη διάρκεια της συναυλίας.
02
τραγουδώ σε χορωδία, λέω μαζί
to speak, shout, or produce a sound together in unison
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chorus
γ΄ ενικό πρόσωπο
choruses
ενεστώτα μετοχή
chorusing
απλός αόριστος
chorused
παθητική μετοχή
chorused
Παραδείγματα
The students chorused their answers.
Οι μαθητές απάντησαν σε χορωδία.
Λεξικό Δέντρο
choric
chorus
chord



























