chorale
Pronunciation
/kɝˈæɫ/

Ορισμός και σημασία του "chorale"στα αγγλικά

01

χορωδία, εκκλησιαστικός ύμνος

a musical composition resembling or including a harmonized Lutheran hymn or psalm
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chorales
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store