chorale
cho
κο
rale
ˈrɑ:l
ραλ
chortle

Ορισμός και σημασία του "chorale"στα αγγλικά

01

χορωδία, εκκλησιαστικός ύμνος

a musical composition resembling or including a harmonized Lutheran hymn or psalm 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chorales

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store