choppy
cho
ˈʧɒ
cho
ppy
pi
pi
chippy

Ορισμός και σημασία του "choppy"στα αγγλικά

01

ταραγμένος, κυματιστός

(of water or waves) rough and uneven, with many small, quick-moving waves 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
choppiest
συγκριτικός βαθμός
choppier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
water, weather, navigation
Παραδείγματα
The boat struggled to stay steady in the choppy waters of the bay. 

Η βάρκα αγωνίστηκε να μείνει σταθερή στα ανήσυχα νερά του κόλπου.

02

ασυνεχής, αναστατωμένος

marked by abrupt transitions 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

choppiness
choppy
chop
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store