chopine
cho
ˈʧɑ:
τσα
pine
paɪn
παιν
/tʃˈɒpaɪn/

Ορισμός και σημασία του "chopine"στα αγγλικά

01

τσοπίν

a woman's shoe with a very high thick sole
chopine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chopines
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store