to chop off
chop
ʧɒp
τσοπ
off
ɒf
οφ

Ορισμός και σημασία του "chop off"στα αγγλικά

to chop off
01

κόβω, αποκόπτω

to cut or remove something, usually with a quick and forceful action 
to chop off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
chop
ενεστώτας
chop off
γ΄ ενικό πρόσωπο
chops off
ενεστώτα μετοχή
chopping off
απλός αόριστος
chopped off
παθητική μετοχή
chopped off
Παραδείγματα
The chef decided to chop off the vegetable ends before preparing the dish. 

Ο σεφ αποφάσισε να κόψει τα άκρα των λαχανικών πριν από την παρασκευή του πιάτου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store