Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to choke down
01
καταπιέζω, πνίγω
to forcefully suppress emotions or reactions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
choke
ενεστώτας
choke down
γ΄ ενικό πρόσωπο
chokes down
ενεστώτα μετοχή
choking down
απλός αόριστος
choked down
παθητική μετοχή
choked down
Παραδείγματα
He had to quickly choke down his surprise at the unexpected turn of events.
Έπρεπε γρήγορα να καταπιεί την έκπληξή του για την απροσδόκητη εξέλιξη των γεγονότων.
02
καταπίνω με δυσκολία, τρώω απρόθυμα
to eat or swallow something with difficulty or reluctance
Παραδείγματα
He tried to choke down the overcooked meal to be polite.
Προσπάθησε να καταπιεί με δυσκολία το παραψημένο γεύμα για να είναι ευγενικός.



























