choir loft
choir
kəwaɪ
kēvai
loft
lɒft
loft

Ορισμός και σημασία του "choir loft"στα αγγλικά

01

χορωδία, εξώστης χορού

an elevated area in a church or cathedral where the choir or singers perform during religious services 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
choir lofts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store