chloroplast
chlo
ˈklɒ
κλο
rop
rəp
ραπ
last
lɑ:st
λαστ

Ορισμός και σημασία του "chloroplast"στα αγγλικά

01

χλωροπλάστης, φωτοσυνθετικό οργανίδιο

a plant cell organelle that uses sunlight to produce energy and make glucose through photosynthesis 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chloroplasts
Παραδείγματα
Chloroplasts are the green structures in plant cells where photosynthesis, the process of converting light into energy, takes place. 

Τα χλωροπλάστα είναι οι πράσινες δομές στα φυτικά κύτταρα όπου λαμβάνει χώρα η φωτοσύνθεση, η διαδικασία μετατροπής του φωτός σε ενέργεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store