Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chlorophyte
01
χλωροφύτης, ανοιχτόπρασινα φύκια
algae that are clear green in color; often growing on wet ricks or damp wood or the surface of stagnant water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chlorophytes



























