Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chip away
01
αφαιρώ σιγά σιγά μικρά κομμάτια, μειώνω σταδιακά
to gradually remove small pieces from something, often to shape or reduce it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
chip
ενεστώτας
chip away
γ΄ ενικό πρόσωπο
chips away
ενεστώτα μετοχή
chipping away
απλός αόριστος
chipped away
παθητική μετοχή
chipped away
Παραδείγματα
He used a hammer and chisel to chip away the rough edges of the wood.
Χρησιμοποίησε ένα σφυρί και ένα σμίλη για να αφαιρέσει σιγά σιγά τις τραχιές άκρες του ξύλου.



























