Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chilli
01
πιπεριά τσίλι, καυτερή πιπεριά
the red or green fruit of a particular type of pepper plant, used in cooking for its hot taste
Dialect
British
Παραδείγματα
The chilli heat lingered in his mouth long after the meal.
Η καυτερή γεύση του πιπεριού παρέμεινε στο στόμα του πολύ μετά το γεύμα.



























